Σελίδες

Όλα και Τίποτα (παραμυθία)



Την ιστορία αυτήν, την έλεγε η γιαγιά μου. Οι παλιοί έλεγαν σκληρά παραμύθια. Εμείς κουρνιάζαμε και κοιτούσαμε την φωτιά. Για έναν παράξενο λόγο, τον χειμώνα μας έλεγαν ιστορίες για ανθρώπους. Τα καλοκαίρια μας έλεγαν ιστορίες με αερικά. Και σαν τις ιστορούσε η γιαγιά μου, κατέληγε πάντα στο εξής: «τι αερικό και τι άνθρωπος; η πράξη είναι πράξη, εσύ, όταν δεν ξέρεις την σωστή, μέτρα μονάχα αν θες να στην κάνουν».


Όλα και Τίποτα (παραμυθία)

Μία φορά ήταν ένας αόμματος. Είχε χάσει την όρασή του, από τα πολλά που είχε δει. Έτσι, τυφλός περιπατούσε και στα τυφλά βάδιζε.
Μια μέρα το μπαστούνι του άγγιξε το κενό. Πιο δίπλα, πάλι κενό.
Κάθισε ακίνητος, μιας και νόμισε ότι έφτασε στο τέλος του κόσμου.

Μέρες μετά, άκουσε βήματα.
«-Άνθρωπε» είπε στα βήματα, «είναι εδώ το τέλος του κόσμου;»
«-Όχι, όχι», του απάντησε αυτός που ερχόταν, και που χάρηκε που τον αποκάλεσαν άνθρωπο. Ο ίδιος είχε ξεχάσει τι ήταν. Μήνες έβλεπε γύρω του τσακάλια και οχιές, και χάρηκε που του υπενθύμισε κάποιος την φύση του. Θα πρέπει να είναι καλός αυτός ο … ώ, μα είναι τυφλός αυτός ο... -σκέφτηκε, μα δεν το είπε. «-Είναι η άκρη του ποταμού, συνάνθρωπε» ψιθύρισε αυτός που ερχόταν σε αυτόν που στεκόταν, και πρόσθεσε δυνατά: «Ένα ποτάμι μεγάλο και βαθύ έχουμε μπροστά μας».
«-Περνάει;» ρώτησε με αγωνία αυτός που όλα τα είχε δει.
«-Έτσι νομίζω», απάντησε αυτός που ακόμα μπορούσε να δει γιατί δεν τα είχε δει όλα. «Υπάρχουν κάποιες μεγάλες πέτρες. Πατιούνται. Είναι αραιές, αλλά υπάρχει πέρασμα για απέναντι. Μα πες μου, υπάρχει κάτι εκεί απέναντι που να δίνει λόγο στο πέρασμα;»

Ο τυφλός που τα ήξερε όλα, έκανε ότι σκέφτεται. Στην πραγματικότητα είχε σταματήσει να σκέφτεται από τότε που είχε σταματήσει να ελπίζει, πολύ καιρό δηλαδή. Η φωνή του όμως ήταν σίγουρη όταν απάντησε: «-Ναι,είναι η Νέα Γη».
Αυτός που έζησε καιρό μόνος και ήθελε μία νέα γη για να χτίσει σπιτικό και να ζήσει, χάρηκε. «-Εντάξει λοιπόν, πάμε. Θα στηριχτείς πάνω μου. Θα γίνω τα μάτια σου. Και όπου είναι δύσκολα θα γίνω και τα πόδια σου.Πάμε».
Ο τυφλός τον ακούμπησε στον ώμο. Περπάτησαν για ώρα ο ένας δίπλα στον άλλον. Ο τυφλός πέταξε το μπαστούνι, δεν το χρειαζόταν πια. Μισή μέρα μετά έφτασαν εκεί που οι πέτρες έφτιαχναν μικρά νησιά στη μεγάλη και άγρια κοίτη του ποταμού.

Από την όχθη μέχρι την πρώτη βηματοπέτρα, χρειάστηκε να βυθιστούν στο νερό μέχρι τον λαιμό. Καθώς ο τυφλός ήταν πιο κοντός, αυτός που είχε μάτια χρειάστηκε να αφήσει στο ρέμα τα υπάρχοντά του, για να τον πάρει στους ώμους. Τα πράγματά του, ότι του απέμεινε, ακολούθησαν την ροή του ποταμού.Τα κοίταξε μια στιγμή, και μετά είπε: «Μη φοβάσαι, φτάνουμε». Κι έφτασαν στην πρώτη πέτρα.
 
«-Το όνομά σου, δεν μου το είπες» είπε ο τυφλός, τινάζοντας τα νερά από πάνω του.
«-Δεν έχω όνομα. Το έχασα μαζί με τους ανθρώπους που αγάπησα, στον μεγάλο σεισμό»
«-Δεν πειράζει, θα σου βρω εγώ όνομα» είπε ο άλλος. «Θες να σε λέω Τίποτα;».
«-Γιατί όχι;» απάντησε ο άνθρωπος που έβλεπε αλλά είχε χάσει τα πάντα, «Και το δικό σου όνομα συνάνθρωπε;».
«-Με λένε…» δίστασε λίγο πριν το πει, κυρίως γιατί ήταν σίγουρος ότι ο άλλος δεν θα τον καταλάβει «..με λένε Όλα. Βλέπεις, τα έχω δει και τα έχω ζήσει όλα. Σχεδόν δεν έχω λόγο να ζω, πάρεξ να διαπιστώνω ότι τίποτα δεν είναι νέο».
«-Δεν είναι καινούριο ότι με γνώρισες;»
«-Ένας ακόμα άνθρωπος είσαι».
«-Μα δεν έβλεπες και ήδη περνάμε απέναντι…».
«-Και να μην πέρναγα το ίδιο θα μου έκανε» είπε ο Όλα.

Ο Τίποτα κοίταξε την επόμενη πέτρα. Ήταν στην μέση του ποταμού. Το φως είχε πέσει. Αύριο, σκέφτηκε. Και είπε: «-Θες να κοιμηθούμε; Να ξεκουραστούμε και να ξημερώσει;»
«-Γιατί όχι;» απάντησε ο Όλα, και ξάπλωσε, «αλλά κρυώνω».
«-Πάρε το παλτό μου να σκεπαστείς. Φαίνεσαι τόσο άρρωστος…»
Ο Όλα δεν απάντησε, ήδη κοιμόταν. Ο Τίποτα τον σκέπασε με το παλτό και κουλουριάστηκε δίπλα του, και κοιμήθηκε.

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου χτύπησαν το τρεμάμενο σαγόνι του Τίποτα και τον ξύπνησαν. Ξύπνησε και ο Όλα, η διάθεσή του ήταν καλύτερη.
«-Αργούμε να φτάσουμε;», είπε σχεδόν χαρούμενος.
«-Όχι, δυο πέτρες έμειναν, πιάσε με, ξεκινάμε».
«-Είσαι ζεστός …τυχερέ» είπε ο Όλα, όταν τον άγγιξε.
Ο Τίποτα κρύωνε, δεν το είπε.

Φτάσανε εύκολα στην δεύτερη πέτρα, αφού στο βαθύ σημείο του ποταμού ο Τίποτα πήρε πάλι επάνω στους ώμους του τον Όλα.
Ο Όλα φορούσε ακόμα το παλτό του Τίποτα, ξεχαστήκανε.
Περπάτησαν λίγα βήματα πάνω στην πέτρα, και ο Τίποτα είπε: «-Άλλη μια πέτρα μένει να πατήσουμε, μα είναι δύσκολο να την φτάσουμε. Είναι άπατα. Μα έχει ενδιάμεσα μικρότερα βραχάκια, σχεδόν στο μπόι μου. Αν προσέξουμε θα τα καταφέρουμε».
«-Θες να μου δώσεις το ένα σου μάτι για να βλέπω κι εγώ;» ρώτησε ο Όλα.
Ντράπηκε να ρωτήσει ο Τίποτα αν θα του το ξαναέδινε. «-Πάρε» του είπε.
«-Θα στο δώσω ολόκληρο πίσω», είπε ο Όλα και το φόρεσε.

Πάτησαν ένα-ένα τα κοντά κοφτερά βραχάκια, ο Τίποτα  με τον Όλα στους ώμους του. Τα πόδια του Τίποτα πλήγιασαν. Στο τελευταίο βραχάκι το πόδι του μπήχτηκε και δεν ξεκολλούσε. Καθώς ήταν κοντά στο να φτάσουνε, έγειρε στο νερό και είπε στον Όλα: «-Θα πέσω στο νερό, πάτα πάνω μου, πήδα στην πέτρα και δώσε χέρι να με τραβήξεις».
«-Δεν βλέπω πολύ καλά, δεν μου δίνεις και το άλλο σου μάτι να μην λαθέψω;».

Ο Τίποτα, που πια δεν είχε να χάσει τίποτα, του δάνεισε και το άλλο του μάτι.
Ο Όλα φόρεσε το μάτι, πάτησε στο γερμένο σώμα, μετά στο γερμένο κεφάλι, και με μια δρασκελιά, έφτασε στην πέτρα.
«-Δώσε το χέρι σου. Εδώ. Εδώ σου λέω, όχι εκεί. Μα καλά δεν βλέπεις;».
Με τα πολλά, ο Τίποτα άπλωσε το χέρι στην σωστή κατεύθυνση.Ο Όλα τον τράβηξε, αλλά ο Τίποτα δεν τραβιόταν.
«-Φταίει το πόδι μου. Καρφώθηκε για τα καλά στον μυτερό βράχο»
«-Κόψ’το, κόψ’το για να σωθείς» είπε ο Όλα και του έδωσε το μαχαίρι που φύλαγε στην τσέπη του, γιατί τα είχε δει όλα.

Ο Τίποτα βόγκηξε και το αίμα του κύλισε ποτάμι, στο ποτάμι.Ένα πόδι πιο ελαφρύς, εύκολα τον τράβηξε ο Όλα από το βραχάκι στην πέτρα. «-Κάνε κουράγιο» είπε στον Τίποτα, «ένα νερό μένει να περάσουμε και φτάσαμε στην άλλη όχθη».
«-Είναι μακριά;» ρώτησε ο Τίποτα.
«-Θα δούμε» είπε ο Όλα.

Ο Όλα κοίταξε την απόσταση. Δεν ήταν μεγάλη. «-Άκου, τι πρέπει να κάνεις. » είπε στον Τίποτα που αιμορραγούσε -και δεν τον πήρε στους ώμους του γιατί ήταν κοντός και το νερό βαθύ.«Θα πηδάς, δεν θα βαδίσεις αυτή την φορά στο νερό, θα τα καταφέρεις;»
«-Δεν βλέπω άλλο τρόπο» είπε ο Τίποτα και έκανε τον πρώτο πήδο.
Πήδηξε και ο Όλα στους ώμους του, και καθοδηγούσε τον Τίποτα από τα αυτιά.
«-Από εδώ, ευθεία εδώ». Παπ κι άλλος πήδος. Παπ κι άλλη μία.

Από την αγωνία του ο Όλα, τράβηξε λίγο παραπάνω τα αυτιά και αυτά κόπηκαν, ο Τίποτα δεν άκουγε τίποτα πια. Ο Όλα τον έπιασε από την μύτη για να δείχνει στον Τίποτα την κατεύθυνση. Και για να του πει «ξεκίνα», τον κλώτσησε στην κοιλιά.
Ο Τίποτα διπλώθηκε απότομα. Ο Όλα συνέχισε να του κρατά την μύτη. Λίγο πριν τα τινάξει ο Τίποτα, τινάχτηκε. Αυτό το βίαιο τίναγμα, τίναξε και τον Όλα στην άλλη όχθη.

Από την όχθη ο Όλα, με τα μάτια του Τίποτα, κοίταξε το ποτάμι να τον παρασέρνει, και είδε μόνο το ποτάμι. «-Μεγάλη φασαρία για το τίποτα. Μικρό ποτάμι ήταν, και να μην το περνούσα, το ίδιο θα ήταν» μονολόγησε ο Όλα, που όλα τα είχε δει κι όλα τα είχε ζήσει.
Κοίταξε και τον ορίζοντα, δεν διέκρινε κάτι. Έπεσε να κοιμηθεί.

Η νύχτα ήταν γλυκιά, το παλτό ζεστό και τα άστρα αμέτρητα. Ούτε στο όνειρό του δεν θυμήθηκε τον Τίποτα -που ήταν ένα τίποτα για τον Όλα, που τα ήξερε όλα.


-------------------------

Αυτή ήταν η ιστορία. 
Ο λόγος που την γράφω είναι ότι σαν την θυμήθηκα σήμερα, σκέφτηκα πως η γιαγιά μου πέθανε νωρίς και δεν έμαθε όσα ξέρουμε εμείς, που με τις αναλυτικές θεωρίες ερμηνεύουμε το γιατί πράξεων σαν του Τίποτα και του Όλα. Παιδικά χρόνια, βιώματα, ασυναισθησία, αλλά και εξάρτηση, μη αυτοπεποίθηση και πάει λέγοντας. Να τα θρίλερ της σύγχρονης σκέψης, που απασχολούν το τώρα της δράσης, εξηγώντας το χτες με το προχθές, για να "αλλάξουν" το αύριο. Σιγά μην γίνει αύριο κάτι που δεν υπάρχει από σήμερα... Η επίγνωση, όταν συμβεί, είναι ακαριαία. 

Και λέω εγώ -και θα το πω και στα εγγόνια μου, όταν θα τους λέω ιστορίες: «Η πράξη είναι πράξη, Κανένα βήμα δεν προκαλεί το επόμενο και κανένα προηγούμενο δεν δικαιολογεί το τωρινό.Το τώρα έχει αφάνταστη δύναμη. Το βήμα που κάνεις τώρα άλλαξε. Μην αναλύεις. Μάθε να ακούς, να βλέπεις, να παρατηρείς, εσένα, τους άλλους, τις καταστάσεις. Και κάνε. Και μερικές φορές, μην κάνεις -κι αυτό πράξη είναι». Έτσι θα καταλήγω τις ιστορίες που θα λέω, εγώ που έχω το ίδιο όνομα με την γιαγιά μου, και μερικές φορές την θυμάμαι και για αυτό που ήταν και για τις ιστορίες της.


Σταυρούλα Πανοπούλου 10.2014



Δυο λόγια ακόμα ~ σαν υστερόγραφο...

Το προηγούμενο κείμενο (παραμύθι, εισαγωγή και κλείσιμο), πριν εδώ το δημοσιεύσω, το έδωσα σε φίλους να το διαβάσουν. Τους άρεσε. Άρεσε σε όλους. Και όλοι τους "ταυτίστηκαν" με τον Τίποτα.
«-Αν όλοι είμαστε ο Τίποτα, τελικά ποιος είναι ο Όλα;» τους ρώτησα. «Μήπως στην προσπάθεια να αισθανθούμε δικαίωση, (λες κι όλα όσα θέλαμε είναι δίκαια), εκείνα που δεν εξελίχθηκαν όπως θα θέλαμε, τα τακτοποιούμε μέσα μας σαν ιστορίες μικρών τίποτα “που όλα τα δώσαμε και τίποτα δεν πήραμε”; Είναι κοντά στην αλήθεια όσα έτσι λέμε; ή/και αντιπροσωπεύουν κοινές πραγματικότητες με όσους μαζί ζήσαμε τις ιστορίες, αυτές οι αφηγήσεις; Μήπως λίγο πιο αληθινό είναι ότι είμαστε -εν δυνάμει- και ένας Όλα και ένας Τίποτα, που -όμοια και συνεχώς- επιχειρούν να γίνει το δικό τους, με άλλον τρόπο; Μα και κοιτώντας (δίκαια) το παρελθόν, όλοι μας δεν γίναμε ένας Όλα για κάποιον άλλον Τίποτα, κάποτε; Το θυμόμαστε; Και το κάναμε άραγε μόνο σε άλλους; ή το κάναμε και σε εμάς; Διαχωρίζοντας τον εαυτό μας σε παρατηρητή και παρατηρούμενο, μήπως υπήρξαμε άλλοτε ένας Όλα και άλλοτε ένας Τίποτα, προς εμάς τους ίδιους;»
Αυτά είπα στους φίλους μου. Με αυτό το υστερόγραφο τα λέω και σε εσάς. Και κάπου εδώ τελειώνει η παραμυθία που γράφτηκε για να μας ταξιδέψει γλυκά στην αλήθεια της δικής μας πραγματικότητας, που είναι όπου είμαστε τώρα -τούτη δα την στιγμή, και να την ζήσουμε όμορφα.

Σ.Π.






(*) οι φωτογραφίες είναι από etaoin.it (pixlr.com) και mrwallpaper.com